«Η ψυχή μου δοξάζει τον Κύριο» (Λκ 1, 46)
Στο πρώτο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του, ο Λουκάς μας παρουσιάζει τη μοναδική σελίδα της Καινής Διαθήκης όπου πρωταγωνίστριες είναι δύο γυναίκες, η Μαρία και η Ελισάβετ. Η Ελισάβετ ζούσε σε ένα χωριό κοντά στην Ιερουσαλήμ, που απείχεi περίπου 150 χιλιόμετρα από τη Ναζαρέτ. Αμέσως μετά το μήνυμα του αγγέλου ότι θα γινόταν μητέρα του Ιησού (Λκ1,26-38), η Μαρία ξεκινά αυτό το μακρύ ταξίδι. Δεν γνωρίζουμε τις λεπτομέρειες της διαδρομής, ξέρουμε μόνο ότι κατευθύνθηκε γρήγορα προς το βουνό. Αλλά γιατί πηγαίνει εκεί; Η Μαρία πηγαίνει να μοιραστεί τη χαρά της με εκείνην που, όπως και η ίδια, έλαβε από τον Θεό τη χάρη να περιμένει ένα παιδί, για να τη συντροφέψει και να τη βοηθήσει κατά τους τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης της. Είναι η ιστορία των δύο γυναικών με τις δυο «απίθανες» μητρότητες. Ποια θα μπορούσε να καταλάβει καλύτερα από την Ελισάβετ και να μοιραστεί μαζί της αυτή την εμπειρία; Από αυτή τη συνάντηση προέρχεται ο ύμνος «Μεγαλύνει» (Magnificat).
«Η ψυχή μου δοξάζει τον Κύριο»
«Τα λόγια της είναι έκφραση μιας μεγάλης αγάπης και μιας έντονης χαράς, γεγονός που εξηγεί γιατί η ψυχή και η ζωή της ανυψώνονται και αγάλλεται το πνεύμα της. Η Μαρία δεν λέει: «Μεγαλύνω τον Θεό», αλλά «η ψυχή μου μεγαλύνει », σαν να ήθελε να πει: όλη μου η ζωή και όλες μου οι αισθήσεις είναι σαν να υποστηρίζονται από την αγάπη του Θεού […]», γράφει ο Μαρτίνος Λούθηρος στο σχόλιό του για το Magnificat. Το ρήμα «μεγαλύνω», δηλαδή καθιστώ μεγάλο, προκαλεί ένα αίσθημα χαράς που προέρχεται από την ανακάλυψη ότι ο Θεός είναι μεγαλύτερος από ό,τι περιμέναμε. Αυτή η χαρά απηχεί μια βαθιά ταπεινότητα και ένα μεγάλο αίσθημα ευγνωμοσύνης και αναγνώρισης. Όπως υπογραμμίζει ο Ερμές Ρόνκι, «το “Μεγαλύνει” είναι το Ευαγγέλιο της Μαρίας, η καλή της είδηση που αγγίζει όλες τις γενιές». Δέκα φορές, η νεαρή κοπέλα από τη Ναζαρέτ επαναλαμβάνει: «Αυτός είναι που έκανε…», σαν ένα είδος νέου δεκάλογου, δέκα νέες εντολές που ανατρέπουν τη λογική του κόσμου.
Αναρωτιόμαστε αυθόρμητα αν έχουμε διατηρήσει την αίσθηση του θαυμασμού και της έκπληξης στην καθημερινή μας ζωή και στην προσευχή μας, μπροστά σε ό,τι έχει επιτελέσει και συνεχίζει να επιτελεί ο Θεός. Χωρίς ανοιχτό πνεύμα προς το καινούργιο και τις εκπλήξεις του, χωρίς θαυμασμό, η πίστη γίνεται μια κουρασμένη προσευχή που σβήνει σταδιακά και μετατρέπεται σε κοινωνική συνήθεια.
«Η ψυχή μου δοξάζει τον Κύριο»
Ο ύμνος της Μαρίας δεν είναι απλώς μια προσωπική δοξαστική προσευχή, αλλά μια προφητική δοξολογία, που χαρακτηρίζεται από τη συνεχή αναφορά σε εδάφια της Γραφής, τα οποία υπογραμμίζουν τη σωστική παρέμβαση του Θεού στην προσωπική μας αλλά και στην κοινοτική ιστορία, σύμφωνα με την καρδιά του Θεού. Δοξάζω σημαίνει να είμαι με την πλευρά των μικρών, να πιστεύω ότι ο κόσμος μπορεί και πρέπει να αλλάξει. Τα λόγια αυτού του ύμνου μας προκαλούν να κατανοήσουμε τη σωστική παρέμβαση του Θεού στην προσωπική και κοινοτική μας ιστορία, την ατομική έως και την παγκόσμια εμπειρία, από την παρούσα στιγμή μέχρι το νέο ουρανό και τη νέα γη που η κοινωνική επανάσταση του Ευαγγελίου εγκαινιάζει.
«Η ψυχή μου δοξάζει τον Κύριο»
Αυτά τα λόγια μας καλούν επίσης να κάνουμε τη ζωή μας μια ζωντανή δοξολογία, να αναγνωρίζουμε κάθε μέρα τα «μεγαλεία», να ενώνουμε τη φωνή μας με εκείνη της Μαρίας για να διακηρύξουμε ότι ο Θεός είναι πιστός, το έλεός Του εκτείνεται από γενιά σε γενιά και η βασιλεία Του της δικαιοσύνης και της αγάπης ήδη εκπληρώνεται ανάμεσά μας. Η Chiara Lubich είχε αντιληφθεί αυτή την επαναστατική διάσταση του ύμνου της Μαρίας όταν έγραφε σε νέους: «Ξαναδιάβασε το «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο» και θα βρεις εκεί την πρώτη και πιο δυνατή σελίδα του κοινωνικού μανιφέστου των χριστιανών. Είσαι σύμφωνος να το κάνεις πράξη;»
Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό και μας προκαλεί. Η παρέμβαση του Θεού δεν πρέπει να παραμείνει περιορισμένη στο εσωτερικό της καρδιάς, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται στις σχέσεις, στην κοινοτική ζωή, στην οικοδόμηση του κοινωνικού ιστού των μελλοντικών γενεών.
Επιμέλεια: Οικουμενική διεθνής ομάδα
του Λόγου της Ζωής
